Home » News » Η Πρώτη Μου Απόπειρα Σαν Συγγραφέας

Η Πρώτη Μου Απόπειρα Σαν Συγγραφέας

Για όσους δεν το γνωρίζουν, τους τελευταίους μήνες ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο σε σχέση με την δική μου θεωρία περί νόμου. Σήμερα έχω τελειώσει τον σκελετό του. Στην ουσία κατέληξα στα κεφάλαια στα οποία θα αναπτύξω αυτή την θεωρία. Είμαι στις 25.000 λέξεις. Έχει μείνει διόρθωση της ορθογραφίας και μια δεύτερη ανάγνωση και προσθήκη κάποιων προτάσεων. Θα δημοσιεύσω το τελευταίο μου κεφάλαιο, και αν και ατελείωτο, σε αυτό συνοψίζω την θεωρία μου. Καλή ανάγνωση και υπομονή.

Στο κεφάλαιο αυτό θα συνοψίσω την θεωρεία μου, όπως αυτή έχει εκτεθεί μέσα από τα πιο πάνω λεγόμενα μου. Όπως ανάφερα στον πρόλογο μου, δεν γνώριζα το πού και πώς θα καταλήξω και πια θα ήταν η ουσία στο τέλος του βιβλίου μου αυτού. Στο πρώτο κεφάλαιο αναγνώρισα τρεις γενικούς τύπους πολιτών, τους οποίους σε γενικές γραμμές έπρεπε να ικανοποιήσω, και να εξηγήσω, ή καλύτερα να δικαιολογήσω έστω και συνοπτικά την θεωρία μου. Πιστεύω ότι το έχω πετύχει, όχι στον απόλυτο βαθμό αφού είμαι της ισχυρής άποψης ότι το απόλυτο δεν είναι παρά μόνο το ανέφικτο επιθυμητό. Στο δεύτερο κεφάλαιο έχω κάνει σχετική αναφορά στην βιαιότητα της ανθρώπινης φύσης, η οποία όταν της δοθεί η ευκαιρία, επιβεβαιώνει ότι είμαστε το πιο βίαιο δημιούργημα στον πλανήτη όπου φιλοξενούμαστε. Επομένως κάπου εδώ εμφανίζεται και η επιτακτική ανάγκη να τιθασεύουμε και να ελέγξουμε το τέρας που κρύβουμε μέσα μας. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται κατανοητό ότι, εάν αφεθεί καθένας από εμάς ελεύθερος να κάνει αυτό που θέλει, θα κυριαρχήσει ένας κόσμος άδικος και σκοτεινός, όπου όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις σου θα μετρούνται αναλόγως με το πόσο δυνατός ή και αδύνατος είσαι, είτε σωματικά είτε ψυχικά. Δυστυχώς η ευτυχώς, η ελευθερία μας δεν μπορεί να είναι απόλυτη, πρέπει στο βωμό του κοινού καλού να θυσιαστεί ένα μέρος της, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η σταθερότητα και η επιβίωση μας σαν είδος. Στο τέταρτο μου κεφάλαιο προσπαθώ να εξηγήσω την λειτουργία της έκαστης βουλής, τονίζω την δύναμη και τις αδυναμίες της, και καταλήγω ότι έστω και με τα οφθαλμοφανές προβλήματα και κενά της, είναι ότι πιο Δημοκρατικό μπορεί να υπάρξει. Από αυτή εξαρτάται η φυσιογνωμία κάθε κράτους, οι περιορισμοί και οι ελευθερίες του πολίτη. Αναγκαίο κακό μπορεί να τολμήσει να πει κάποιος, ότι είναι η ύπαρξη της. Με λογικούς συνειρμούς και ακολουθία, στο πέμπτο κεφάλαιο αναλύεται το Δικαστικό μας σύστημα, το οποίο έχει τα ελαττώματα του και τις τυχών αδικίες του. Υπάρχει έλεγχος των αποφάσεων από άλλα Δικαστήρια, υπάρχει μηχανισμός που φιλτράρει τις αποφάσεις τόσο σε επίπεδο ποινής όσο και σε επίπεδο καταδίκης η μη. Αλλά όσο λεπτό και να είναι το φίλτρο, πάλι κάποια σωματίδια θα ξεφεύγουν, κάποιες αποφάσεις παραφωνίας, θα υψώνουν ανάστημα έναντι του δικαίου. Ακόμα μια φορά θα ρίξω την ευθύνη στο ουτοπικό και ανέφικτο, το οποίο και πάλι λόγω της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί παρά να παραμείνει ευχή και ανάθεμα. Τόσο η Βουλή, όσο και τα Δικαστήρια, είναι απαραίτητα για να υπάρχει εφαρμογή δικαιοσύνης, έστω και με κάποιες απώλειες, έστω και με κάποιες παραφωνίες. Στο επόμενο κεφάλαιο ρίχνω φως στην στατικότητα της νομοθεσίας και της νομολογίας, και ευθέως θέτω θέμα και τονίζω ότι Δικαιοσύνη η οποία δεν εκσυγχρονίζεται και δεν τροποποιείται, δεν μπορεί να είναι δικαιοσύνη διαχρονικά. Ο κόσμος μεταβάλλεται, τα δεδομένα αλλάζουν, οι άνθρωποι γίνονται είτε πιο ανεκτικοί, είτε πιο αυστηροί, ανάλογα με την περίπτωση. Η δικαιοσύνη και όλο το σύστημα οφείλει και πρέπει να ακολουθεί, επί ποδός αυτές τις τάσεις και να μεταβάλλεται. 7ο κεφάλαιο, και μπαίνουμε στα βαθιά, στην Δικαστική ερμηνεία, με πιο τρόπο ερμηνεύεται ένα άρθρο του νόμου και γιατί; Ακολουθεί την ευρεία ερμηνεία της λέξης, ή μήπως ορθότερο θα ήταν να ασκηθεί η γνωστή διακριτικότητα του Δικαστή, ο οποίος έχει ενώπιον του τα δεδομένα και μπορεί να κρίνει ορθότερα, και να διαφοροποιηθεί, από την ευρεία αυτή ερμηνεία και να δώσει μια άλλη πιο ορθή υπό τις περιστάσεις; Τι ερμηνεία πρέπει να δώσει σε ένα νομοθέτημα το οποίο έχει ήδη ξεκαθαρίσει νομολογιακά, και δεν υπάρχουν περιθώρια οποιασδήποτε άλλης εφαρμογής του, αλλά παρόλα αυτά είτε γιατί το νομοθέτημα αυτό ωχρή, αφού ο σκοπός θέσπισης ότι έχει πλέον ατονήσει, είτε γιατί σύμφωνα με την κρίση του Δικαστή, δεν μπορεί αυτή η ερμηνεία του, να αποδώσει στην προκειμένη δικαιοσύνη; Στο κεφάλαιο αυτό δεν έχω καταλήξει αλλά έχω καταθέσει την δική μου απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα. Παραπλήσιο και άρρηκτα αλληλένδετο είναι και το θέμα του 8ου κεφαλαίου με τίτλο, Δικαστής ή Νομοθέτης. Εδώ αναλύω με την δική μου πάντα ματιά, ένα από τα μεγαλύτερα θεωρητικά προβλήματα στο κόσμο της νομικής, δηλαδή κατά πόσο ο Δικαστής, μέσα από την ερμηνεία του και την δοθείσα του απόφαση, γράφει νομοθεσία, ή απλά ακολουθεί την επιθυμία του νομοθέτη. Η θέση μου είναι τόσο απλή όσο και σύνθετη. Συγκεκριμένα πιστεύω ότι ο Δικαστής σε κάποιες περιπτώσει ακροβατεί μεταξύ του άσπρου και του μαύρου, δηλαδή βρίσκεται στο γκρι, εκεί όπου κάποιος θα μπορούσε να πει ότι όντως εκτελεί χρέη νομοθέτη και έτσι τίθεται θέμα διάκρισης εξουσιών. Η λύση που έχω δώσει είναι ότι αφού, ο υπέρτατος είναι ο νομοθέτης, τότε αυτός μπορεί με μια απλή νομοθετικής ρύθμιση να αλλάξει και την προηγούμενη Δικαστική απόφαση. Επομένως φαίνεται να υπάρχει από μεριάς του νομοθέτη, μια σιωπηρή, εξυπακουόμενη συγκατάθεση. Εάν δεν υπήρχε αυτή η σιωπηρή, εξυπακουόμενη συγκατάθεση από τον νομοθέτη, η δουλειά των Δικαστηρίων θα ήταν ανελαστική, άκαμπτη και θα κατέληγε σε λάθος και άδικες αποφάσεις. Ένα τεράστιο ρήγμα στις θεωρητικές σχολές της νομικής έφερε το δίλημμα κατά πόσο ο νόμος περιέχει και πρέπει να περιέχει την ηθική για να έχει ισχύ νομιμότητας. Με αυτό ασχολείται το 9ο κεφάλαιο. Κατέληξα ότι η έννοια της ηθικής μπορεί και πρέπει να σπάσει σε τρία συνιστούνται συστατικά, α) Σεβασμό, για το κοινωνικό σύνολο, τον συνάνθρωπο, τον εαυτό μας κ.α β) Αλληλεγγύη για τα προβλήματα του γείτονα μας, της κοινωνίας, του ξένου και γ) το κοινά αποδεκτό, το norm, δηλαδή η ηθική κινείται μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα οποία έντυσαν τους προηγούμενους αιώνες και διαμόρφωσαν την σημερινή κοινωνία. Και ναι ευθέως καταθέτω την θέση ότι, η ηθική όπως την αναλύω πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε νομοθετήματος, για να αποκτήσει νόμιμη ισχύ νόμου. Οτιδήποτε άλλο είναι παράνομο, όπως π.χ οι φυλετικοί νόμοι των Ναζί, που ως υπεράσπιση έφεραν στην δίκη της Νυρεμβέργης, αριθμός Ναζί αξιωματικών, δηλαδή ότι οι πράξεις τους ήταν νόμιμες, αφού υπήρχαν σχετικά νομοθετήματα, που τους υποχρέωσαν στην εκτέλεση τους. Δεν έχουμε όλοι την ίδια ιδιοσυγκρασία, ή και λογική, διαφέρουμε αλλά λίγο πολύ μοιάζουμε στα βασικά, δεχόμαστε λίγο πολύ τις βασικές ελευθερίες και λίγο πολύ υπαγόμαστε σε αυτές. Υπάρχει μια μερίδα κόσμου που αδυνατεί να εναρμονιστεί με τους υπόλοιπους. Τους έχω ονομάσει ως απόκληρους, και με αυτούς ασχολείται το 10ο κεφάλαιο του βιβλίου μου. Έχουν χωριστεί σε τρεις υποκατηγορίες α) ψυχοπαθείς, β) φανατικοί και γ) μια γενική κατηγόρια όπου ανήκουν όσοι δεν ανήκουν στην α και β κατηγορία. Για λόγους που αναφέρω εκτενώς στο κεφάλαιο αυτό, τα άτομα αυτά αδυνατούν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους και είναι άτομα τοξικά για το κοινωνικό σύνολο. Και παρόλο που δεν δέχονται τον κόσμο μας, διαβιούν σε αυτόν. Για το καλό του συνόλου, από αυτούς θα αφαιρεθεί με την βία το απαραίτητο κομμάτι ελευθερίας και θα τεθούν υπό έλεγχο. Η αδικία, είναι το αντίθετο του επιθυμητού, δηλαδή του δικαίου. Αυτή υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, ασχέτως με το νομικό ή και πολιτικό τοπίο. Στο 11ο κεφαλαίο κάνω μια σύντομη αναφορά σε αυτό το φαινόμενο, και καταλήγω ότι η αδικία είναι αναπόφευκτα, συστατικό στοιχείο του δικαίου. Κανένα σύστημα που θεσπίζεται και απαρτίζεται από ανθρώπους δεν μπορεί να προσφέρει την απόλυτη δικαιοσύνη. Κάποιοι διαβάζοντας το βιβλίο μου, ίσως καταλήξουν ότι είμαι προκατειλημμένος, αφού σε σχεδόν κάθε κεφάλαιο καταλήγω λίγο πολύ ότι μόνο με την ανοχή τυχών ατελειών μπορούμε να έχουμε νόμους και την εφαρμογή τους. Σε αυτούς δίνω απάντηση στο 12ο κεφάλαιο μου όπου αναφέρομαι σε ένα ουτοπικό παράλληλο σύμπαν όπου όλα είναι τέλεια, και όπου όλα τα σώματα του κράτους αποδίδουν άψογα και χωρίς κανένα ψεγάδι. Στο ίδιο κεφάλαιο όμως αποδεικνύω αυτά που τονίζω στα άλλα κεφάλαια. Ότι μόνο στην σφαίρα της θεωρίας μπορεί να υπάρξει τέτοιος κόσμος και ότι σε ένα κόσμο όπου, η υποκειμενικότητα επιτρέπεται και λόγο της ανθρώπινης φύσης δεν περιορίζεται, είναι πρακτικά αδύνατο να μην αφήσεις μια ομάδα πολιτών που να μην είναι ικανοποιημένοι. Τι είναι τότε ο νομός; Θα συνοψίσω την θεωρία μου σε μία πρόταση << Νόμος είναι, η απαραίτητη στέρηση, του απαραίτητου μέρους, της ανθρώπινης ελευθερίας, για το κοινό καλό, για την επιβίωση του είδους, εφαρμοσμένος από ανθρώπους, για τους ανθρώπους, πάντα στα πλαίσια και με την αντίληψη της ανθρώπινης φύσης. Νοουμένου ότι θα διέπεται από ηθικούς κανόνες, που θα είναι αποδεκτοί από την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Και με τέτοιο τρόπο θεσμοθετημένος, ούτως ώστε να επιφέρεται το λιγότερο κακό, με γνώμονα το μεγαλύτερο καλό>>.


Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *